Η διάταξη που παρουσίασε το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έρχεται σε συμμόρφωση της απόφασης της Ολομέλειας σε ενιαίο κανόνα εφαρμογής και επιβεβαιώνει τον αναδρομικό συμψηφισμό. Παραμένει, ωστόσο, αρρύθμιστο το ζήτημα της άμεσης απόδοσης για όσους, μετά τον επανυπολογισμό, προκύπτουν ήδη εξοφλημένοι.
1. Με την υπ' αριθμ. 6/2026 απόφασητης πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (δημοσίευση 5.6.2026) κρίθηκε, ότι ο εκτοκισμός των ρυθμίσεων διάσωσης κύριας κατοικίας του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010 υπολογίζεται επί της εκάστοτε μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού άληκτου κεφαλαίου της οφειλής. Αναφορικά με την απόφαση, ως κρίση επί προδικαστικού ερωτήματος, στην πρακτική εφαρμογή της ανέκυψαν δύο ερμηνευτικά κενά:
πρώτον, η διάρκεια της περιόδου τοκοφορίας κάθε δόσης
δεύτερον, η τύχη των ήδη καταβληθέντων υπερβαλλόντων ποσών, για τα οποία αχρεωστήτως καταβληθέντα το διατακτικό δεν προχώρησε σε κρίση / ρύθμιση.
Τη ρύθμιση αυτών επιχειρεί η νομοθετική διάταξη που παρουσίασε το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στις 23.6.2026.
2. Ο κανόνας εκτοκισμού: τόκος επί της δόσης, για περίοδο 30 ημερών
Για τις ενεργές ρυθμίσεις, από τις 5.6.2026, ο τόκος του άρθρου 9 παρ. 2 υπολογίζεται επί της ορισθείσας από το δικαστήριο μηνιαίας δόσης και μόνον για το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο διαδοχικών καταβολών — ήτοι περίοδο τριάντα ημερών (με την πρώτη δόση να εκτοκίζεται ομοίως για τριάντα ημέρες). Εγκαταλείπεται έτσι ο εκτοκισμός επί του συνολικού κεφαλαίου. Η οικονομική συνέπεια αποτυπώνεται στο παράδειγμα του Υπουργείου: οφειλέτης με υπόλοιπο 144.500 ευρώ και ορίζοντα 300 μηνών κατέβαλλε, υπό το προγενέστερο καθεστώς, δόση 731 ευρώ· υπό τον νέο υπολογισμό η δόση διαμορφώνεται σε 483 ευρώ (482 ευρώ κεφάλαιο, 1 ευρώ τόκος). Η συνολική επιβάρυνση από τόκους περιορίζεται από περίπου 74.852 ευρώ σε 411 ευρώ.
3. Ο μηχανισμός αναδρομικότητας: συμψηφισμός,όχι καταβολή
Το πλέον ουσιώδες στοιχείο της διάταξης είναι η αναδρομική επιβεβαίωση.
Για ενεργές ρυθμίσεις, που δεν έχουν περατωθεί ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκπτωσης, η διαφορά μεταξύ του ποσού που καταβλήθηκε και εκείνου που έπρεπε να καταβληθεί από την έναρξη της ρύθμισης (ή της τελευταίας δικαστικής μεταρρύθμισης) εκλαμβάνεται ως αποπληρωμή κεφαλαίου και απομειώνει το υπόλοιπο της οφειλής.
Καθοριστική, ωστόσο, είναι η τεχνική του μηχανισμού: το υπερβάλλον ποσό «αφαιρείται από τις τελευταίες κατά χρονολογική σειρά δόσεις προς καταβολή», μειώνοντας τον αριθμό των εναπομενουσών δόσεων. Στο παράδειγμα, υπερβάλλον 7.440 ευρώ (248 ευρώ × 30 μήνες) δεν αποδίδεται στον οφειλέτη, αλλά συμψηφίζεται με τις τελευταίες δόσεις, περιορίζοντας τις εναπομένουσες από 270 σε 255. Πρόκειται, δηλαδή, για αναδρομικό συμψηφισμό έναντι μελλοντικών δόσεων και όχι για αναδρομική απόδοση ρευστότητας. Εξαιρούνται από κάθε αναδρομική μεταχείριση οι περατωθείσες και οι έκπτωτες ρυθμίσεις.
4. Το αρρύθμιστο και αποσιωπημένο ζήτημα: ήδη εξοφλημένοι μετά τον γενόμενο επανυπολογισμό οφειλές και η υποχρέωση της άμεσης πίστωσης των αχρεωστήτως καταβληθέντων
Η αναμόρφωση του τρόπου υπολογισμού δεν επιφέρει στο σύνολο των δικαιούχων ισοδύναμο αποτέλεσμα. Διακρίνονται, αναλυτικά, τρεις υποκατηγορίες ενεργών ρυθμίσεων:
(α) Οφειλέτες με υπολειπόμενες δόσεις επαρκείς, ώστε να απορροφήσουν πλήρως το υπερβάλλον. Εδώ ο προβλεπόμενος μηχανισμός λειτουργεί απρόσκοπτα: ο συμψηφισμός εξαντλείται στις τελευταίες δόσεις και το όφελος, αν και βέβαιο, πραγματώνεται μελλοντικά (στο τέλος του χρονοδιαγράμματος), όχι ως άμεση ελάφρυνση.
(β) Οφειλέτες, των οποίων ο επανυπολογισμός οδηγεί σε πλήρη εξόφληση, ήτοι το αναγνωριζόμενο υπερβάλλον εξισούται με το υπολειπόμενο κεφάλαιο. Η ρύθμιση τυπικά λήγει.
(γ) Οφειλέτες των οποίων το υπερβάλλον υπερβαίνει το υπολειπόμενο κεφάλαιο. Στην περίπτωση αυτή ο μηχανισμός «αφαίρεσης από τις τελευταίες δόσεις» στερείται αντικειμένου: δεν υφίστανται πλέον μελλοντικές δόσεις επί των οποίων να ενεργήσει ο συμψηφισμός. Απομένει αδιάθετο κατάλοιπο γνησίως αχρεωστήτως καταβληθέντος.
Η διάταξη, όπως παρουσιάστηκε, ρυθμίζει αποκλειστικά τον συμψηφισμό έναντι δόσεων και δεν προβλέπει ρητά την άμεση καταβολή ή πίστωση του καταλοίπου στις περιπτώσεις (β) και (γ). Το ερώτημα αν τα αχρεωστήτως καταβληθέντα θα αποδοθούν ή θα πιστωθούν αμέσως — και όχι αν θα παραμείνουν ως λογιστικό όφελος χωρίς αντίκρισμα — αποσιωπείται.
Η μεθοδολογική σημασία της διάκρισης είναι διπλή.
Πρώτον, για τις περιπτώσεις (β) και (γ), ελλείψει ειδικής πρόβλεψης απόδοσης, η αξίωση του οφειλέτη θα ερειδόταν στις γενικές διατάξεις περί αχρεωστήτου / αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), δηλαδή ακριβώς στη δικαστική οδό, την οποία η νομοθετική παρέμβαση φιλοδοξεί να αποτρέψει.
Δεύτερον, η οικονομική ωφέλεια ενός αμιγώς μελλοντικού συμψηφισμού δεν ισοδυναμεί με την παρούσα αξία μιας άμεσης απόδοσης· η διαφορά είναι ουσιώδης για οφειλέτες σε συνθήκες περιορισμένης ρευστότητας, οι οποίοι αποτελούν και τον τυπικό αποδέκτη του ν. 3869/2010.
Επί τη βάσει των άνω παρατηρήσεων εκτιμάται, ότι η πλήρης αποκατάσταση των υποκατηγοριών (β) και (γ) θα απαιτήσει είτε συμπληρωματική ρητή ρύθμιση περί απόδοσης/πίστωσης, είτε προσφυγή στις διατάξεις του ΑΚ·.
5. Πεδίο εφαρμογής και επιμερισμός κόστους
Η ρύθμιση καταλαμβάνει αποκλειστικά τις δικαστικές ρυθμίσεις του ν. 3869/2010. Εξαιρούνται ρητώς οι ρυθμίσεις του εξωδικαστικού μηχανισμού και του ν. 4605/2019, στις οποίες η δόση εξακολουθεί να υπολογίζεται ως τοκοχρεολυτική επί του συνόλου της ρυθμιζόμενης οφειλής.
Ως προς το δημοσιονομικό σκέλος, η μείωση των μελλοντικών εισπράξεων του προγράμματος εγγυήσεων «Ηρακλής» εκτιμάται από το Υπουργείο σε περίπου 500 εκατ. ευρώ σε ορίζοντα εικοσαετίας, επί χαρτοφυλακίου 16,5 δισ. ευρώ, με πρόσθετο κόστος αναδρομικότητας περίπου 200 εκατ. ευρώ. Προβλέπεται επιμερισμός μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και «Ηρακλή», με απόδοση στο πρόγραμμα των υπερβαλλόντων, που εισέπραξαν τα ιδρύματα πριν από τη μεταφορά των δανείων.
Σημείωση τεκμηρίωσης: Το παρόν στηρίζεται στην παρουσίαση της διάταξης από το ΥΠΕΘΟ της 23.6.2026