Ι. Η μετατόπιση
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός του ν. 4738/2020 θεσπίστηκε ως εργαλείο βιώσιμης αναδιάρθρωσης. Τα άρθρα 13 έως 15 του ν. 5313/2026 (ΦΕΚ Α' 102/25.6.2026), σε συνδυασμό με την αλγοριθμική επεξεργασία των δεδομένων της πλατφόρμας, μετατοπίζουν το κέντρο βάρους του θεσμού από τη βιωσιμότητα προς τη ρευστοποίηση και ειδικότερα προς έναν εξωδικαστικό, άμεσο και ταχύτατο μηχανισμό ρευστοποίησης της λοιπής ακίνητης περιουσίας, χωρίς δυνατότητα καταφυγής σε δικαστικό έλεγχο κατά το κρίσιμο στάδιο. Ο οφειλέτης αντιμετωπίζεται δομικά ως τρίτος προς τον υπολογισμό που τον δεσμεύει, ενώ το αλγοριθμικό αποτέλεσμα περιβάλλεται με αυξανόμενη θεσμική προστασία. Η θέση αυτή τεκμηριώνεται ευθέως στο γράμμα των νέων διατάξεων.
ΙΙ. Οι νέες ρυθμίσεις και η σταδιακή έναρξη ισχύος
Ο ν. 5313/2026 (ΦΕΚ Α΄ 102/25.6.2026) εισάγει πέντε δέσμες μεταβολών με κλιμακωτή έναρξη ισχύος:
ΙΙΙ. Ο οφειλέτης ως τρίτος
Η μεταχείριση αυτή είναι ρητή κανονιστική επιλογή. Κατά το άρθρο 6.7 της ΚΥΑ 77697 ΕΞ 2021 (ΦΕΚ Β' 2896/5.7.2021), οι λύσεις ρύθμισης κοινοποιούνται αποκλειστικά στους συμμετέχοντες πιστωτές, στο Δημόσιο, στους ΦΚΑ και στη Γραμματεία, «αποκλειόμενης οποιασδήποτε ανακοίνωσης ή γνωστοποίησής τους» προς οποιονδήποτε τρίτο, μεταξύ των οποίων η διάταξη κατονομάζει τον ίδιο τον οφειλέτη, ο οποίος λαμβάνει μόνο την τελική πρόταση. Η ασυμμετρία εκτείνεται :
Με την άνω θεσμοθέτηση παραβιάζονται αρχές και δικαιώματα ετών. Ενδεικτικά παραθέτουμε:
Η ΣτΕ 1206/2024 (Δ' Τμήμα) απαιτεί, αντιθέτως, επί αυτοματοποιημένης επεξεργασίας να προκύπτουν «τα κρίσιμα στάδια των μαθηματικών υπολογισμών» και οι μεταβλητές, ώστε να ελέγχει ο διοικούμενος και να δικάζει ο δικαστής. Η ίδια απόφαση απέρριψε ρητώς το επιχείρημα ότι, ελλείψει ανθρώπινου παράγοντα, «δεν είναι λογικώς δυνατόν να υπ[άρχει] εσφαλμένος υπολογισμός» (σκ. 14-15), επιχείρημα δομικά ταυτόσημο με εκείνο που το Δημόσιο προβάλλει υπέρ του ανέλεγκτου της πλατφόρμας.
Το άρθρο 22 ΓΚΠΔ, κατά την απόφαση SCHUFA (ΔΕΕ C-634/21), εγγυάται επί αυτοματοποιημένων αποφάσεων με ουσιώδεις έννομες συνέπειες τα δικαιώματα ανθρώπινης παρέμβασης, έκφρασης άποψης και αμφισβήτησης, τα οποία προϋποθέτουν πρόσβαση στα δεδομένα εισόδου και στη λογική της επεξεργασίας.
IV. Το «πριν» και το «μετά»
Πριν από τον ν. 5313/2026, η νομολογία διατηρούσε περιθώρια παρέμβασης.
Η ΜΠρΑθ 5311/2024 (ασφαλιστικά μέτρα, 30.9.2024) ανέστειλε κατά το άρθρο 731 ΚΠολΔ κατάσχεση και πλειστηριασμό έως την περαίωση της διαδικασίας, κρίνοντας ότι η μη ανάρτηση των οφειλών συνιστά «…κατάχρηση δικαιώματος πλήττοντας καίρια την περιουσία του αιτούντα» και ότι οι εταιρείες διαχείρισης δεν «δικαιούνται προς ίδιον όφελος να δημιουργούν προσκόμματα στους οφειλέτες κατ' επιλογή…». Η απόφαση αυτή εντάσσεται σε συνεκτική νομολογιακή αλυσίδα.
Η ΜΠρΑθ 945/2024 (δημοσ. 10.5.2024) ακύρωσε κατ’ άρθρο 281 ΑΚ πράξεις εκτέλεσης επισπευσθείσες εν μέσω διαπραγματεύσεων και εκκρεμούς αίτησης στον μηχανισμό, κρίνοντας ότι οι εταιρείες διαχείρισης «…έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του διαχειριστικού τους έργου και υποχρέωση εξέτασης της δυνατότητας ρύθμισης της οφειλής και εξάντλησης κάθε περιθωρίου εύρεσης μίας συμβιβαστικής λύσης» και ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις «χρησιμοποιήθηκαν ως μοχλός πίεσης..».
Η ΜΠρΑθ 2275/2024 (δημοσ. 7.11.2024) συνέδεσε ευθέως την πληρότητα των αναρτώμενων δεδομένων με τη νομιμότητα του αλγοριθμικού αποτελέσματος: «..η μη ανάρτηση λοιπόν όλων των οφειλών επιφέρει καθοριστική αλλοίωση των στοιχείων επί των οποίων […] θα εφαρμοσθεί ο ειδικός αλγόριθμος», με συνέπεια το αποτέλεσμά του να είναι «καθ’ όλα λανθασμένο και μη ανταποκρινόμενο στην πραγματική κατάσταση», και ακύρωσε τις πράξεις εκτέλεσης, ελέγχοντας παρεμπιπτόντως το υπόστρωμα του υπολογισμού, ακριβώς ό,τι το νέο καθεστώς αποκλείει στην ειδική εκποίηση.
Την ίδια πεποίθηση αποτυπώνουν οι προσωρινές διαταγές ΜΠρΑθ 8.9.2023, ΜΠρΛασιθίου 26.10.2023 και ΜΠρΑθ 17.6.2024, με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε μεταβολή της περιουσίας και κάθε πράξη εκτέλεσης έως την ολοκλήρωση ή τη συζήτηση, ώστε να παρασχεθεί επαρκής χρόνος διαπραγμάτευσης εντός της πλατφόρμας.
Το Δημόσιο, αντιθέτως, με σημείωμα της ΓΓΧΤΔΙΧ (24.11.2024), προέβαλε ότι η διαδικασία «είναι πλήρως εξωδικαστική και δεν προβλέπεται οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή δικονομικό δικαίωμα», ομολογώντας συγχρόνως ότι η δόση παράγεται «χωρίς καμία δυνατότητα επενέργειάς μας»: η αυτοματοποίηση ως λόγος αποκλεισμού της προστασίας και ταυτόχρονα ως τεκμήριο νομιμότητας.
Το «μετά» νομοθετεί αυτή τη θέση, με το κανονιστικό περιεχόμενο που εκτέθηκε στην ενότητα ΙΙ. Επιβάλλεται εδώ διάκριση:
Στην κοινή εκτέλεση, το νέο άρθρο 27 παρ. 3 επιτρέπει ρητά όλα τα ένδικα βοηθήματα. Στην ειδική εκποίηση όμως, η νέα παρ. 11 αποκλείει την παρ. 4 του άρθρου 954 ΚΠολΔ, τις ανακοπές των άρθρων 933 και 936 και τα άρθρα 937, 938, 1000, 1018 και 1019, η δε παρ. 13 ορίζει ότι «δικαίωμα ανακοπής δεν παρέχεται στον οφειλέτη», με μόνη επιβίωση την ανακοπή του άρθρου 583 ΚΠολΔ υπέρ τρίτων. Ο αποκλεισμός επιφυλάσσεται δηλαδή ακριβώς για το στάδιο ρευστοποίησης της περιουσίας.
Δεν πρόκειται για συμβατική «παραίτηση», αλλά για νομοθετικό αποκλεισμό, ελεγκτέο ως κανόνας δικαίου υπό τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ:
Η συναίνεση του οφειλέτη στη σύμβαση καλύπτει την αρχή της εκποίησης, όχι όμως τις μελλοντικές πλημμέλειες της διαδικασίας της, ως προς τις οποίες η στέρηση κάθε βοηθήματος, και της προσωρινής προστασίας των άρθρων 937 και 938 ΚΠολΔ, θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Παράλληλα, στο μέτρο που οι ρυθμιζόμενες απαιτήσεις εμπίπτουν στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ, δικονομικό σύστημα που αποκλείει τον έλεγχο καταχρηστικότητας, πριν από την οριστική ρευστοποίηση, προσκρούει στην αρχή της αποτελεσματικότητας κατά τη νομολογία Aziz (ΔΕΕ C-415/11) και στο άρθρο 47 ΧΘΔΕΕ, ενώ δεν στερείται σημασίας ότι ο ν. 5072/2023, νόμος ενσωμάτωσης της Οδηγίας διαφάνειας (ΕΕ) 2021/2167, είναι εκείνος που εισήγαγε την αποκλειστικά πιστωτοκεντρική ανακοπή (άρθρο 66).
Ο νομοθέτης του 2026 δεν κάλυψε συνεπώς κενό: Επέλυσε επιλεκτικά, υπέρ της δικονομικής θέσης του πιστωτή και εις βάρος της νομολογιακής τάσης της ΜΠρΑθ 5311/2024, το ερώτημα του δικαστικού ελέγχου, με τη μέγιστη ένταση στο στάδιο της μη αναστρέψιμης απώλειας. Και η τιμή πρώτης προσφοράς ορίζεται ίση με την αξία της απόφασης της παρ. 5 του άρθρου 71: η ίδια αδιαφανής αποτίμηση καθορίζει το ελάχιστο ποσό ανάκτησης και την τιμή εκποίησης, αναμφισβήτητη και στα δύο στάδια. Τα αντισταθμίσματα (δικαίωμα απόρριψης, απαγόρευση εκτέλεσης κατά της κύριας κατοικίας υπό τον όρο τήρησης) είναι υπαρκτά, πλην όμως η ασφάλεια της κατοικίας εξαρτάται από τη βιωσιμότητα δόσης που παρήχθη αδιαφανώς.
V. Η διπλή ταχύτητα: ΟλΑΠ 6/2026 και άρθρα 126, 127
Τα άνω νομοθετούνται συγχρόνως με τη ρύθμιση στο πεδίο του ν. 3869/2010, όπου εκεί συντελείται η αντίθετη πορεία. Η ΟλΑΠ 6/2026 (δημοσίευση 4.6.2026), επί προδικαστικού ερωτήματος πιλοτικής δίκης (άρθρο 20Α ΚΠολΔ), αποφάνθηκε κατά πλειοψηφία, με ισχυρή μειοψηφία, ότι ο τόκος του άρθρου 9 παρ. 2 υπολογίζεται «επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του κεφαλαίου της οφειλής». Ο επανυπολογισμός επιβλήθηκε από το άρθρο 126 ν. 5313/2026 (ισχύς 5.6.2026, την επομένη της δημοσίευσης): στις ενεργές ρυθμίσεις η διαφορά απομειώνει τις εναπομένουσες δόσεις και το υπόλοιπο, στις περατωθείσες τα καταβληθέντα δεν αναζητούνται.
Το ισχυρότερο τεκμήριο βρίσκεται στο άρθρο 127 του ίδιου νόμου: για τις ρυθμίσεις των ν. 4605/2019 και 4738/2020, η δόση «υπολογίζεται ως τοκοχρεολυτική δόση επί του συνολικού ποσού της ρυθμιζόμενης οφειλής», αναδρομικά από 1.4.2019 και με απαγόρευση επανυπολογισμού. Η μέθοδος, που η Ολομέλεια απέρριψε για τις δικαστικές ρυθμίσεις, κατοχυρώθηκε νομοθετικά για τον εξωδικαστικό, εντός του ίδιου ΦΕΚ. Η διπλή ταχύτητα δεν είναι ερμηνευτικό σχήμα, αλλά ρητή νομοθετική επιλογή.
VI. Τυπικό παράδειγμα και συμπέρασμα
Σε εκκρεμή υπόθεση, συνταξιούχος επικαλούμενη την ιδιότητα της ευάλωτης, με σύνταξη 647,69 ευρώ και εύλογες δαπάνες 537 ευρώ, έλαβε αντιπρόταση με δόση 683 ευρώ, υπερβαίνουσα το εισόδημά της, ενώ η αναρτηθείσα αξία του ακινήτου (121.000 ευρώ) υπερβαίνει το διπλάσιο της αντικειμενικής (54.154,10 ευρώ) χωρίς έκθεση εκτιμητή. Η απόκλιση των δικογράφων, ως προς το ετήσιο εισόδημα (6.976,80 €-ιδιότητα «ευάλωτου»- έναντι 7.772,28 €-μη ιδιότητα ευάλωτου-), μη επαληθεύσιμη από την οφειλέτρια, τεκμηριώνει αυτοτελώς τη θέση του άρθρου.
Συμπέρασμα: Η θεσμική ισορροπία του εξωδικαστικού μηχανισμού μετατοπίζεται από την «βιώσιμη ρύθμιση της ΔΕΥΤΕΡΗΣ ευκαιρίας» προς μηχανισμό ΡΕΥΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ με περιορισμένο έλεγχο, όπου ο οφειλέτης αποκλείεται από την πληροφόρηση, εξοπλίζεται ασύμμετρα, στερείται ανακοπής κατά της εκποίησης, η οποία συγκροτείται ως άμεσος και ταχύτατος εξωδικαστικός μηχανισμός ρευστοποίησης, χωρίς δικαστική άδεια, χωρίς απόγραφο και με χρονοδιάγραμμα σαράντα έως εξήντα ημερών, και υπάγεται σε μέθοδο εκτοκισμού που ο ίδιος νομοθέτης έκρινε απορριπτέα για τις δικαστικές ρυθμίσεις.
Ελλείψει εφαρμοστικών δεδομένων πριν από την 21.9.2026, η πιθανότητα ο αποκλεισμός να γίνει δεκτός καθ’ ολοκληρίαν, χωρίς σύμφωνη, με το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο, ερμηνεία, που θα διασώζει τουλάχιστον τον έλεγχο των πλημμελειών της εκποίησης και την καταχρηστικότητα των υποκείμενων απαιτήσεων, είναι μεγάλη.
27 Ιουλίου 2026
28 Ιουνίου 2026