Ο ν. 5313/2026 παρεμβαίνει με τρόπο ουσιαστικό στο πεδίο του ιδιωτικού χρέους, και ιδίως στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, εισάγοντας ένα νέο πλαίσιο για τον υπολογισμό της τοκοφορίας και για τον επανέλεγχο των οφειλών. Στο άρθρο 126 παρ. 2, 4 και 6 του ν. 5313/2026 ο νομοθέτης αποσαφηνίζει ότι η τοκοφορία συνδέεται με τη δόση και τη διαδρομή της ρύθμισης, ενώ προβλέπει και μηχανισμό απόδοσης υπερεισπραχθέντων προς τον εκδοχέα της απαίτησης (funds) σε τιτλοποιημένες απαιτήσεις. Παράλληλα, το άρθρο 126 παρ. 8 ορίζει την έναρξη ισχύος της διάταξης, γεγονός που αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη χρονική εμβέλεια των αξιώσεων και των επανυπολογισμών.
1. Η πρακτική συνέπεια της νέας ρύθμισης που συμμορφώνεται στο σκεπτικό της απόφασης της ολομέλειας του Αρείου Πάγου 6/2026, είναι ότι ο δανειολήπτης του ν. Κατσέλη δεν αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα ενός συνολικού και ενιαίου υπολοίπου, αλλά μέσα από τη λογική της επιμέρους καταβολής και του τρόπου, με τον οποίο αυτή ενσωματώνεται στο ρυθμισμένο χρέος. Αυτό οδηγεί σε ουσιώδη μείωση της μηνιαίας επιβάρυνσης, σε απομείωση του άληκτου υπολοίπου και, σε αρκετές περιπτώσεις, σε ανάδειξη υπερκαταβολών που έως τώρα δεν ήταν εμφανείς με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού. Η ρύθμιση, επομένως, δεν είναι απλώς τεχνική· έχει πραγματικό οικονομικό αντίκτυπο στη ρευστότητα του οφειλέτη και στη διάρκεια της αποπληρωμής.
2. Εκεί όμως ανακύπτει το πιο ενδιαφέρον και συνάμα πιο προβληματικό ζήτημα:
Η ασύμμετρη μεταχείριση μεταξύ funds και δανειοληπτών
i. Τα funds και οι φορείς διαχείρισης τιτλοποιημένων απαιτήσεων εισπράττουν άμεσα από τις τράπεζες ή από το σύστημα μεταβίβασης των απαιτήσεων, με τρόπο που εξασφαλίζει άμεση οικονομική ωφέλεια και άμεση αποτύπωση της αξίας της απαίτησης.
ii. Αντίθετα, ο δανειολήπτης, μολονότι του αναγνωρίζεται αναδρομικό δικαίωμα επανυπολογισμού, δεν ικανοποιείται αμέσως σε μετρητά, αλλά βλέπει τη σχετική οικονομική ωφέλεια να μετατίθεται στις τελευταίες δόσεις της ρύθμισης.
Η διαφορετική αυτή χρονική μεταχείριση δεν είναι ουδέτερη: δημιουργεί σαφή ανισορροπία ως προς το πότε και πώς αποδίδεται η οικονομική αξία της απαίτησης.
3. Από αυτή την ασυμμετρία προκύπτει εύλογα το ερώτημα, αν η καθυστέρηση στην ικανοποίηση του οφειλέτη μπορεί να θεωρηθεί άτοκη. Η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί συμψηφισμού, σύμφωνα με τις οποίες, όταν συνυπάρχουν αμοιβαίες, ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, η απόσβεση επέρχεται από τον χρόνο που συντρέχουν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού . Επομένως, η θέση ότι ο οφειλέτης δικαιούται τόκους για το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από την όχληση ή από το αίτημα επανυπολογισμού έχει ισχυρό δογματικό υπόβαθρο. Δεν είναι εύλογο το fund να απολαμβάνει άμεση οικονομική ικανοποίηση, ενώ ο δανειολήπτης να στερείται της αντίστοιχης χρονικής αξίας της δικής του απαίτησης.
Η επιχειρηματολογία αυτή ενισχύεται ακόμη περισσότερο αν ληφθεί υπόψη, ότι ο νόμος δεν προβλέπει ρητά άτοκο χαρακτήρα για το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την τελική πίστωση ή τον συμψηφισμό. Στην απουσία ειδικής άτοκης πρόβλεψης, οι γενικές αρχές του ιδιωτικού δικαίου παραμένουν εφαρμοστέες, ιδίως όταν η αξίωση του οφειλέτη έχει σαφή χρηματικό χαρακτήρα και η γέννησή της ανατρέχει χρονικά στο παρελθόν. Κατά συνέπεια, η συμψηφιστική αξίωση πρέπει να θεωρηθεί σύννομη και ευλόγως έντοκη από το σημείο της όχλησης. Μια αντίθετη θέση θα αποτελούσε συνεκτική απάντηση στην ανισότητα του χρόνου ικανοποίησης μεταξύ πιστωτή και οφειλέτη.
4. Στο ίδιο πνεύμα, το άρθρο 127 παρ. 1, 3 και 5 του ν. 5313/2026 οριοθετεί τον τρόπο υπολογισμού των δόσεων στις ρυθμίσεις των ν. 4605/2019 και 4738/2020, επιβεβαιώνοντας ότι εκεί η δομή της ρύθμισης είναι διαφορετική και δεν μεταφέρεται αυτομάτως το ευνοϊκό μοντέλο του ν. 3869/2010. Η διάκριση αυτή έχει σημασία, διότι αποτρέπει την αδιάκριτη επέκταση των ευνοϊκών συνεπειών του άρθρου 126 σε άλλα ρυθμιστικά καθεστώτα. Παρά ταύτα, ο έλεγχος της τοκοφορίας και ο ακριβής προσδιορισμός της δόσης παραμένουν κρίσιμα και στις λοιπές ρυθμίσεις, ιδίως όταν ανακύπτουν αμφισβητήσεις ως προς το πραγματικό ύψος της υποχρέωσης.
5. Για τον δανειολήπτη, το πρώτο πρακτικό βήμα είναι η άμεση αναζήτηση αναλυτικής καρτέλας οφειλής και πλήρους αποτύπωσης των καταβολών.
Το δεύτερο βήμα είναι ο ιδιωτικός επανυπολογισμός με βάση τα άρθρα 126 παρ. 2, 4, 6 και 8 και 127 παρ. 1, 3 και 5 του ν. 5313/2026.
Το τρίτο βήμα είναι η έγγραφη όχληση για πίστωση των υπερβαλλόντων ποσών και για αναγνώριση των νόμιμων τόκων στο διάστημα μέχρι την τελική προσαρμογή της οφειλής.
6. Σε περιπτώσεις καταγγελμένων ρυθμίσεων, χωρίς αμετάκλητο δεδικασμένο, μπορεί να εξεταστεί και αίτημα ανάκλησης ή επανεξέτασης της καταγγελίας, εφόσον από τον νέο υπολογισμό προκύπτει ότι δεν υπήρχε πραγματική ληξιπρόθεσμη απαίτηση.
Το ουσιαστικό μήνυμα του ν. 5313/2026 είναι, ότι το ιδιωτικό χρέος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως στατικό λογιστικό υπόλοιπο. Η νέα τοκοφορία στον ν. Κατσέλη αναδεικνύει την ανάγκη για πιο συμμετρική μεταχείριση των μερών, ιδίως όταν η μία πλευρά εισπράττει άμεσα και η άλλη δικαιούται μεν αναδρομικό επανυπολογισμό, αλλά όχι άμεση οικονομική αποκατάσταση
Στο σημείο αυτό κρίνεται και η πραγματική εμβέλεια της ρύθμισης: αν θα λειτουργήσει ως εργαλείο εξισορρόπησης ή αν θα παραμείνει μια ακόμη τεχνική προσαρμογή, χωρίς πλήρη αποκατάσταση της χρονικής ανισότητας μεταξύ funds και δανειοληπτών.
28 Ιουνίου 2026
23 Ιουνίου 2026