Η διαμεσολάβηση συνιστά μια εξωδικαστική διαδικασία, στην οποία προσφεύγουν τα εμπλεκόμενα σε μια διαφορά μέρη προκειμένου να καταλήξουν -με τη βοήθεια ενός ειδικά εκπαιδευμένου προσώπου (διαμεσολαβητή)- σε συμβιβαστική λύση της διαφοράς τους. Απαραίτητες προϋποθέσεις για την υπαγωγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης συνιστούν αφενός η αστική ή εμπορική φύση της διαφοράς και αφετέρου η ύπαρξη εξουσίας διάθεσης του αντικειμένου αυτής (π.χ. χρηματική αξίωση, δικαίωμα επί κινητού ή ακινήτου πράγματος).
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.4640/2019, στην περίπτωση ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ που πληρούν τις ανωτέρω προϋποθέσεις ανεξαρτήτως της διαδικασίας (τακτική ή ειδική π.χ. μισθωτικές διαφορές, εργατικές, ζημίες από αυτοκίνητα) κατά την οποία εκδικάζονται και του Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο) στο οποίο υπάγονται, καθίσταται υποχρεωτικό ο πληρεξούσιος δικηγόρος, πριν την άσκηση αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου, να ενημερώσει εγγράφως τον εντολέα του αναφορικά με τη δυνατότητα προσφυγής στον θεσμό της διαμεσολάβησης, όπως επίσης και την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία κατά τις διατάξεις 6 και 7 του Νόμου.
Ειδικότερα, απαιτείται ο εντολέας και ο πληρεξούσιος δικηγόρος να προβούν σε συμπλήρωση και υπογραφή ενός ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟΥ ΕΓΓΑΦΟΥ, με το οποίο εξασφαλίζεται και αποδεικνύεται αμαχητί ότι ο εντολέας έλαβε γνώση αναφορικά με τις δυνατότητες και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από  τον θεσμό της διαμεσολάβησης. Το έγγραφο αυτό κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής που ασκείται ΕΠΙ ΠΟΙΝΗΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ αυτής. Ερμηνευτικά συνάγεται ότι η υποχρέωση κατάθεσης ενημερωτικού εγγράφου δεν αφορά την άσκηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, καθώς επίσης και την άσκηση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και ανακοπής απόδοσης μισθίου.
Η υποχρέωση ενημέρωσης από τον Πληρεξούσιο Δικηγόρο προς τον εντολέα του ΕΧΕΙ ΙΣΧΥ από τον χρόνο δημοσίευσης του Νόμου, ήτοι από 30.11.2019 (άρθρο 44 Ν.4640/2019).
Εν συνεχεία, το άρθρο 6 του Νόμου 4640/2019 αναφέρει ρητώς τις αστικές και εμπορικές διαφορές που υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, για το ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ των οποίων απαιτείται κατάθεση πρακτικού της συνεδρίας μαζί με τις προτάσεις της συζήτησης. Πιο συγκεκριμένα, στην υποχρέωση αρχικής συνεδρίας υπάγονται:
α) Οι οικογενειακές διαφορές, εκτός από αυτές των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 (διαζύγιο, ακύρωση γάμου, αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας γάμου), καθώς και εκείνες της παραγράφου 2 του άρθρου 592 Κ.Πολ.Δ.(προσβολή πατρότητας, μητρότητας κ.λπ.),
β) Οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία (αστικές, εμπορικές) και υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και Πολυμελούς Πρωτοδικείου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Ως εκ τούτου, συνάγουμε ερμηνευτικά ότι με την επιφύλαξη των οικογενειακών διαφορών ΕΚΠΙΠΤΟΥΝ της υποχρέωσης αρχικής συνεδρίας οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία (π.χ. μισθωτικές και εργατικές διαφορές, δίκες περί την εκτέλεση).
γ) Οι διαφορές για τις οποίες σε έγγραφη συμφωνία των μερών προβλέπεται και είναι σε ισχύ ρήτρα διαμεσολάβησης.
 Σύμφωνα με το άρθρο 44 του Νόμουη ΙΣΧΥΣ των διατάξεων 6 και 7 εκκινεί μετά την παρέλευση των εξής ημερομηνιών:
α) από τη 15η Ιανουαρίου 2020 για τις οικογενειακές διαφορές, εκτός από αυτές των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου 1, καθώς και της παραγράφου 2 του άρθρου 592 ΚΠολΔ και
β) από τη 15η Μαρτίου 2020 για τις διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.